Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Με τρείς γιαγιάδες..

-Η γιαγιά είναι στο νοσοκομείο..
Ποια γιαγιά,αναρωτήθηκα ενώ ακροβατούσα κάπου ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον.Το επόμενο δευτερόλεπτο πήγε το μυαλό στη θέση του και η σκέψη στη σωστή γιαγιά,εφόσον η μια ήταν μαζί μου εκείνη τη στιγμή,ενώ η τρίτη από εκεί ψηλά που βρισκόταν δεν μπορούσε να πάει ούτε στο νοσοκομείο ούτε και πουθενά αλλού...!!
   Μέσα στην ατυχία των παιδικών μου χρόνων είχα την τύχη να αποκτήσω έναν τρίτο παππού και μια τρίτη γιαγιά..Ένα παππού-γιαγιαδοζεύγαρο που ποτέ δεν ξεχώρισα από τα αλλά δύο ζευγάρια.Η ακόμη μεγαλύτερη τύχη ήταν ότι δεν μας ξεχώρισαν ούτε αυτοί από τα μελλοντικά τους εγγόνια..
   Ο παππούς που πάνε χρόνια τώρα πια που έχει φύγει,είχε αναλάβει την πρωινή μελέτη μου των πρώτων τάξεων του γυμνασίου.Τότε που όλα φάνταζαν βουνό και η βοτανική ζωολογία από τον "χάρο που βγήκε παγανιά"σύμφωνα με έναν συμμαθητή μου,έμοιαζε με εφιάλτη.Πρωινό ξύπνημα στις 6:30,το φλαμούρι,μαζεμένο από το δεντρό της αυλής,να βράζει πάνω στην ξυλόσομπα και γω σκαρφαλωμένη πάνω στο ψηλό ντιβάνι να παλεύω με την νύστα,το μόνοικο,το δίοικο..ο παππούς από την άλλη δεν το 'βαζε κάτω.Προσπαθούσε με απλές λέξεις και πολλά παραδείγματα να τα χωρέσει όλα στο θολωμένο μου μυαλό.Ο κόπος του τελικά δεν πήγε χαμένος..τον αντάμειψα και αυτόν και εμένα,στις εξετάσεις του Ιανουαρίου,με το πρώτο μας 20αρι!!

   Ήταν ένας λεβεντάνθρωπος που παρα τα 80 του χρόνια, περπατούσε περήφανα και δεν έδειχνε ποτέ του κούραση.Τραγουδούσε πολύ και έψελνε ακόμη περισσότερο.Αυτό όμως που μου απολάμβανα ιδιαίτερα ήταν οι ιστορίες από την εξορία.Τον άκουγα χωρίς ποτέ να τον διακόπτω.Μιλούσε πάντα με το βλέμμα καρφωμένο στο τίποτα,μιλούσε και η φωνή του χαμήλωνε.Οι αφηγήσεις άρχιζαν ξαφνικά και τέλειωναν απότομα, μ' ένα κούνημα του χεριού.Μια κίνηση που έκρυβε λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ.Μια κίνηση που εξέφραζε τα πάντα χωρίς να λέει τίποτα..
   Η γιαγιά πάντα διακριτική και ευγενική,έλεγε τις δικές της ιστορίες.Ιστορίες του χωριού,της καθημερινότητας από μια άλλη οπτική γωνία.Μαγείρευε,από νοσταλγία κατσαμά και με ευχαρίστηση  τρώγανε με τον παππού.Έφτιαχνε τα πιο νόστιμα σαρμαδάκια και μέχρι σήμερα,πάντα μας περιμένει μια πιατέλα γεμάτη στο τραπέζι,κάθε φορά που επιστρέφω στο πατρικό μου.
  Την τελευταία φορά που ήμασταν εκεί,εγώ και το τιτικάκι παρακολουθήσαμε μάθημα οικοκυρικής!!Καθισμένες και οι τρεις γύρω από το τραπέζι τυλίγαμε σαρμαδάκια.Η τίτα ενώ στην αρχή το έπαιζε πρώτη μαθήτρια,γρήγορα βαρέθηκε και αρκέστηκε στο να κλέβει το ρύζι και φυσικά να το τρώει!
  Αυτή την τύχη κληροδότησα και στην κόρη μου,στο τιτικάκι μου.Έχει τόσες πολλές γιαγιάδες,τρεις γιαγιάδες και τρεις πρόγιαγιάδες,που όταν ακούει γιαγιά αναρωτιέται ποια από όλες!!Την καθεμιά την αγαπάει ξεχωριστά και για άλλο λόγο..Παίζει διαφορετικά παιχνίδια και ακούει διαφορετικά τραγούδια.Συλλέγει εικόνες,λέξεις,μουσικές και συνήθειες από τόπο σε τόπο..Τι κρίμα να μην προλάβει να γνωρίσει και την γιαγιά που έχω το όνομα της.Μαζί με εκείνη θα γνώριζε και άλλες ιστορίες,θα άκουγε άλλα τραγούδια  και θα τα ξαναθυμόμουν και γω..
   Στο τελευταίο μας ταξίδι με την τίτα,η τρίτη μου γιαγιά έπαιξε πολύ μαζί της,γέλασε,χάρηκε,χάρηκαν κι δυο.Βγήκαν φωτογραφίες,τραγούδησαν και ήπιαν μαζί τσάι.Κατά τη διάρκεια του αποχαιρετισμού μας,λίγο πριν την επιστροφή μας,με κοίταξε στα μάτια και βουρκωμένη μου είπε:
-Μ' αξίωσε ο Θεός να δω δισέγγονο,σ'ευχαριστώ..
Μπορεί εγώ να μην είμαι το παιδί της κόρης της,αλλά η κόρη μου είναι της εγγονής της το παιδί..

Γιαγιά,περαστικά σου..